Το φθινόπωρο έρχεται και οι ιώσεις αρχίζουν να μας απασχολούν όλο και περισσότερο. Η γρίπη, ως μία από αυτές, σταδιακά κάνει αισθητή την παρουσία της. Με αφορμή ερωτήσεις που δέχομαι συχνά από γονείς, στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται, με απλά λόγια, βασικές πληροφορίες σχετικά με τη γρίπη, την πρόληψη και την αντιμετώπισή της — με στόχο να αποσαφηνιστούν ορισμένες εσφαλμένες αντιλήψεις που εξακολουθούν να υπάρχουν γύρω από το θέμα.
Η γρίπη είναι ιογενής λοίμωξη που προσβάλλει συχνότερα το αναπνευστικό σύστημα και εμφανίζεται κάθε χρόνο, κυρίως τους χειμερινούς μήνες. Στη χώρα μας τα πρώτα κρούσματα εντοπίζονται συνήθως τον Οκτώβριο, αυξάνονται σταδιακά και κορυφώνονται από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο, ενώ η περίοδος της γρίπης ολοκληρώνεται τον Μάιο.
Η μετάδοση γίνεται από άτομο σε άτομο μέσω σταγονιδίων που εκπέμπονται με το φτέρνισμα, τον βήχα ή την ομιλία, αλλά και μέσω μολυσμένων αντικειμένων. Ο χρόνος επώασης —δηλαδή το διάστημα μέχρι την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων— κυμαίνεται από μία έως τέσσερις ημέρες, με συχνότερη διάρκεια τις δύο ημέρες.
Τα συνήθη συμπτώματα —που στα μικρά παιδιά μπορεί να διαρκέσουν και περισσότερο από μία εβδομάδα— είναι ο ξαφνικός πυρετός, ο πονοκέφαλος, οι μυαλγίες, η ρινίτιδα και ο βήχας. Επειδή όμως τα συμπτώματα μοιάζουν με αυτά άλλων ιώσεων του αναπνευστικού, είναι λάθος να αποκαλούμε κάθε ίωση «γρίπη» ή να ζητούμε αντιϊκή αγωγή χωρίς επιβεβαιωμένη διάγνωση.
Επιπλοκές της γρίπης αποτελούν η ωτίτιδα, η πνευμονία, η αναζωπύρωση χρόνιων νοσημάτων του αναπνευστικού (όπως το άσθμα), καθώς και δευτερογενείς μικροβιακές επιμολύνσεις. Πιο σπάνια εμφανίζονται επιπλοκές από το κεντρικό νευρικό σύστημα (όπως σπασμοί ή εγκεφαλίτιδα), από το μυοσκελετικό (παροδική ή οξεία μυοσίτιδα), ή από την καρδιά (μυοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα). Σε κάποιες περιπτώσεις, η νόσος μπορεί να αποβεί θανατηφόρα.
Κατά την περίοδο έξαρσης, σε ασθενή με τα παραπάνω συμπτώματα τίθεται η υποψία γρίπης, η οποία επιβεβαιώνεται, όπου χρειάζεται, με κατάλληλο διαγνωστικό έλεγχο.
Η αντιμετώπιση είναι κυρίως η παρακολούθηση και η χορήγηση συμπτωματικής αγωγής , ενώ η αντιϊκή αγωγή δεν ενδείκνυται σε όλες τις περιπτώσεις.
Ο εμβολιασμός έναντι της γρίπης ξεκινά τον Οκτώβριο και μπορεί να πραγματοποιηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου. Η αντισωματική απάντηση —και άρα η προστασία— αρχίζει 15 έως 20 ημέρες μετά τον εμβολιασμό και διαρκεί όλη την εποχή της γρίπης. Επομένως, δεν χρειάζεται δεύτερη δόση μέσα στην ίδια περίοδο. Αντίθετα, η υπερβολική καθυστέρηση, με σκοπό να είμαστε «πιο προστατευμένοι» στην έξαρση, μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα, αφού υπάρχει κίνδυνος να νοσήσουμε πριν προλάβουν να αναπτυχθούν τα προστατευτικά αντισώματα.
Εξαίρεση αποτελούν τα παιδιά κάτω των 9 ετών που εμβολιάζονται για πρώτη φορά, οπότε απαιτούνται δύο δόσεις.
Ο εμβολιασμός είναι απαραίτητος για όσους ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου — όπως τα μικρά παιδιά (ιδίως κάτω των δύο ετών), οι έγκυες, κυρίως στο τρίτο τρίμηνο κύησης, τα άτομα με υποκείμενα νοσήματα κ.α. Δεν αποτελεί, ωστόσο, αντένδειξη για τους υπόλοιπους.
Οι συνήθεις παρενέργειες είναι ήπιες: ερυθρότητα, οίδημα ή πόνος στο σημείο του εμβολιασμού και ο πυρετός. Δεν υπάρχει καμία επιστημονική ένδειξη που να συνδέει το εμβόλιο με τον αυτισμό.
Μύθο αποτελούν, επίσης, οδηγίες όπως η αποφυγή κατανάλωσης ψαριού ή αβγού, αφού δεν υπάρχει κανένας διατροφικός περιορισμός μετά από οποιονδήποτε εμβολιασμό, ούτε λόγος αποφυγής των δραστηριοτήτων ή του μπάνιου.
Πολλοί πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται να κάνουν το εμβόλιο της γρίπης, αφού «το έκαναν στο παρελθόν και πάλι αρρώστησαν».
Είναι σημαντικό, όμως, να θυμόμαστε πως δεν είναι όλες οι ιώσεις του αναπνευστικού γρίπη, ακόμη κι αν παρουσιάζουν παρόμοια συμπτώματα. Επιπλέον, ο στόχος του εμβολιασμού δεν είναι να αποτρέψει πλήρως τη μόλυνση, αλλά να βοηθήσει τον οργανισμό να αναπτύξει αντισώματα που τον προστατεύουν από σοβαρές επιπλοκές σε περίπτωση νόσησης.
Ο ιός της γρίπης μεταλλάσσεται συχνά, γι’ αυτό και η αποτελεσματικότητα του εμβολίου μπορεί να διαφέρει από χρονιά σε χρονιά. Υπάρχουν έτη όπου το εμβόλιο προσφέρει υψηλή προστασία και άλλα όπου η προστασία είναι πιο μέτρια.
Ωστόσο, οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν ξεκάθαρα ότι ακόμη και η μερική προστασία είναι πολύτιμη, ιδιαίτερα για τις ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, μειώνοντας σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης, νοσηλείας και επιπλοκών, προστατεύοντας όχι μόνο τον εαυτό μας, αλλά και τους γύρω μας.
Ελπίζοντας ότι το άρθρο αυτό θα βοηθήσει να λυθούν κάποιες απορίες γύρω από τη γρίπη θα ήθελα να εκφράσω μια προσωπική απορία:
Κάθε χρόνο παρατηρώ ότι πολλοί άνθρωποι δείχνουν ιδιαίτερη επιφύλαξη απέναντι στον αντιγριπικό εμβολιασμό, ενώ αντίθετα αναζητούν με ευκολία την αντιϊκή αγωγή όταν νοσήσουν παρότι, όπως είπαμε, δεν ενδείκνυται για όλους.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν:
Τι είναι αυτό που καθιστά ένα εμβόλιο «επικίνδυνο» και ένα φάρμακο «αθώο»;
Πότε σταμάτησε να ισχύει ότι το προλαμβάνειν είναι πάντα καλύτερο του θεραπεύειν;
